βραχυτελής

βρᾰχυ-τελής, ές,
A ending shortly, brief, LXX Wi.15.9.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βραχυτελής — βραχυτελής, ές (AM) αυτός που τελειώνει σύντομα. [ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς + τελής < τέλος] …   Dictionary of Greek

  • βραχυτελῆ — βραχυτελής ending shortly neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) βραχυτελής ending shortly masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) βραχυτελής ending shortly masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυτελές — βραχυτελής ending shortly masc/fem voc sg βραχυτελής ending shortly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραχυ- — [ΕΤΥΜΟΛ. < βραχύς. Πρώτο συνθετικό λέξεων της αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής που δηλώνει: 1. Την σε όγκο, μήκος, έκταση ή ποσό βραχύτητα. Πρβλ. βραχυδάκτυλος, βραχυκέφαλος, βραχύπτερος, βραχυσκελής αρχ. βραχύλογος και βραχυλόγος,… …   Dictionary of Greek

  • τέλος — το, ΝΜΑ 1. η ολοκλήρωση, η τελείωση ενός πράγματος, το έσχατο όριο του στον χώρο και στον χρόνο, αποπεράτωση, πέρας (α. «το τέλος τού δρόμου» β. «το τέλος τής προσπάθειας» γ. «τέλος τής εβδομάδας» δ. «μὴ πρότερόν τι πάθῇς, πρὶν τέλος ἐπιθεῑναι… …   Dictionary of Greek

  • ՍԱԿԱՒԱՎԱԽՃԱՆ — ( ) NBH 2 0686 Chronological Sequence: Early classical ա. βραχυτελής brevem finem habens. Արագավախճան. վաղանցուկ. *Սակաւավախճան կեանս ունի. Իմ. ՟Ծ՟Է. 9 …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.